Οι λασπωμένοι δρόμοι του χωριού είναι εικόνα και αίσθηση βαθιά ριζωμένη στην παραδοσιακή ζωή του τόπου μας. Η ετυμολογία της ονομασίας του χωριού «Βαλτινό», οφείλεται στη μορφολογία του εδάφους, καθότι στην περιοχή, παλαιότερα υπήρχαν τέλματα (βαλτότοποι, βάλτοι). Έτσι, η μορφολογία του εδάφους, μαζί με τις βροχές που έπεφταν ασταμάτητα, ευνοούσαν τη δημιουργία της λάσπης, που κάλυπτε τους δρόμους και δυσκόλευε κάθε βήμα.
Αυτοί
οι δρόμοι, με τη γραφικότητά τους και το «άχθος αρούρης», θυμίζουν
μία εποχή που δεν είχε παραδώσει την αμεσότητα της φύσης στον εκσυγχρονισμό.
Οι παλιοί κάτοικοι του χωριού είχαν μάθει να ζουν με τη λάσπη. Ο ήχος των παπουτσιών, που «βούλιαζαν» στην υγρή γη, έσπαγε τη σιωπή του τοπίου, ενώ οι λασπωμένες λακκούβες γίνονταν εμπόδιο και ταλαιπωρία για τους περαστικούς.
Σήμερα
αντικρίζουμε αυτές τις εικόνες με ένα είδος απογοήτευσης και αμηχανίας. Όμως οι
λασπωμένοι δρόμοι ήταν κάτι περισσότερο από απλές διαδρομές. Ήταν σύμβολα της
καθημερινότητας του χωριού, της σκληρής εργασίας, της σχέσης των ανθρώπων με τη
γη και του σεβασμού προς το φυσικό περιβάλλον.
Μα
κάποτε θα ’ρθει η ώρα, μέσα από το βούρκο και τη λάσπη να φανεί μια ελπίδα
φωτός, που θα λάμψει στον ουρανό και θα φωτίσει! Και θα ’ρθει αυτή η ώρα να
τραγουδήσουμε όλοι μαζί το φως.
«Όποιος σέρνει τα πόδια του στη λάσπη και τα μάτια του στα άστρα· αυτός είναι ο μόνος ήρωας, αυτός είναι ο μόνος ζωντανός».
Η καρυδιά του παππού
Η
καρυδιά, στο κτήμα της «Ευτέρπης», ήταν το πρώτο δέντρο που φύτεψε ο
παππούς, ο Σκρέκας, όταν έγινε σούμπασης στο τσιφλίκι του μεγαλοκτηματία Σιμή.
Επιστατούσε στο τσιφλίκι και ήταν ο φύλακας του δάσους, του Λόγκου και της
Παναγίας. Ήταν ακόμα νέος τότε, γεμάτος ελπίδες και όνειρα για το μέλλον.
Θυμάμαι,
έλεγε η γιαγιά μου, (η θυγατέρα του), πως κρατούσε το μικρό δεντράκι με τα
χέρια του σαν κάτι πολύτιμο, με την προσμονή να δει τη στιγμή που θα μεγαλώσει
και θα αρχίσει να προσφέρει τους καρπούς του.
Το
φύτεψε στο κέντρο του κτήματος και το δέντρο μεγάλωνε αργά αλλά σταθερά, ρίζωσε
βαθιά στο χώμα κι έγινε ένα πανύψηλο δέντρο στο κέντρο του χωριού. Τα φύλλα του
κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου έπαιρναν υπέροχες χρυσές και καφέ αποχρώσεις,
καλύπτοντας το χώμα με ένα πυκνό χαλί από φύλλα. Κάθε χρόνο, τα καρύδια του
παππού γίνονταν πηγή χαράς και περηφάνιας. Τα μάζευε και τα αποθήκευε, τα
μοίραζε στους γείτονες, στους συγγενείς, και στους φίλους.
Η
καρυδιά αυτή είχε πάντα μια ιδιαίτερη και ξεχωριστή παρουσία μέσα στο κτήμα.
Δεν ήταν μόνο το δέντρο που έδινε τους καρπούς, αλλά και η ίδια η παρουσία του,
που συμβόλιζε τη σταθερότητα, τη λεβεντιά, την μπέσα και την υπομονή του
παππού.
Το
κτήμα της Ευτέρπης, παλαιότερα, εμείς τα παιδιά το είχαμε μετατρέψει σε παιδότοπο.
Ήταν το καταφύγιό μας, καθώς η αλάνα και η βλάστησή του, αποτελούσαν τον
ιδανικό τόπο για κάθε λογής παιχνίδι. Εκεί συγκεντρωνόμαστε τα παιδιά και παίζαμε
από το πρωί μέχρι το βράδυ, και βέβαια «ρημάζαμε» τα καρύδια, παρά τις
προτροπές του παππού, να τρώμε μόνο όσα είναι πεσμένα κάτω.
Καθώς
μεγάλωνε το δέντρο, μεγαλώναμε κι εμείς τα παιδιά γύρω του, και ο παππούς
καθόταν κάτω από τη σκιά του και μας έλεγε ιστορίες από τα παλιά, για τη ζωή
του, για το χωριό, και για όλα όσα είχε περάσει.
Ο
παππούς πια δεν είναι εδώ, αλλά η καρυδιά συνέχισε να είναι εκεί για πολλά
χρόνια, να στέκεται σαν φρουρός του χωριού, να θυμίζει τις εποχές που πέρασαν,
τις όμορφες στιγμές και την αγάπη των κατοίκων για την γη που έθρεψε τη ζωή
τους.
Κάθε
φορά που περνάω και κοιτάζω αυτό το κτήμα, στο Βαλτινό, αισθάνομαι την μυρωδιά
της καρυδιάς και νοιώθω την παρουσία του παππού, με το τσιμπούκι του και τα
μακριά γένια του, και μού ’ρχονται στο νου τα λόγια του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: «Τι έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη
σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια...»