Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

Για εκείνους που θα έρθουν»: ο Καποδίστριας ως τραγικό όραμα

Του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή δεν επιχειρεί απλώς την αναπαράσταση μιας ιστορικής μορφής, αλλά τη σκιαγράφηση ενός τραγικού πολιτικού οράματος. Η ταινία αναδεικνύει μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όχι ως αμιγώς ηρωικό πρόσωπο, αλλά ως φορέα μιας ανεκπλήρωτης αποστολής.

Η κριτική μου ματιά εστιάζει στη σκηνή της παράδοσης του φακέλου στον υπασπιστή και στη φράση «γι’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν», η οποία λειτουργεί ως συμπυκνωμένος κινηματογραφικός υπαινιγμός της τραγικής συνείδησης ενός ανθρώπου που θέλησε να συγκροτήσει την Ελλάδα ως κράτος, αλλά δεν πρόλαβε - ή δεν του επετράπη - να ολοκληρώσει το έργο του.

Η φράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην ταινία -«να τον παραδώσεις σ’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν»- λειτουργεί ως πυκνός φιλοσοφικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο οργανώνεται όχι μόνο η δραματουργία της συγκεκριμένης σκηνής, αλλά και ολόκληρη η στοχαστική πρόταση της ταινίας. Δεν πρόκειται απλώς για τα λόγια ενός ανθρώπου που προαισθάνεται τον θάνατό του, είναι η παρακαταθήκη ενός πολιτικού που αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία δεν ολοκληρώνεται με τη βιολογική παρουσία εκείνων που τη θεμελιώνουν.

Ο Σμαραγδής κινηματογραφεί τον Καποδίστρια ως τραγική μορφή, όχι ως ήρωα με την κλασική έννοια της νίκης, αλλά ως ήρωα της ήττας, η οποία μετασχηματίζεται σε ηθική υπεροχή. Η επίγνωση της επικείμενης δολοφονίας δεν τον οδηγεί σε πικρία ή καταγγελία, αλλά σε μια πράξη βαθιάς πολιτικής ταπεινότητας. Ο φάκελος δεν παραδίδεται στους ισχυρούς του παρόντος, αλλά σε εκείνους που «θα θελήσουν» στο μέλλον. Η λέξη «θελήσουν» είναι καθοριστική, δεν αναφέρεται στη δύναμη ούτε στη γνώση, αλλά στη βούληση. Η Ελλάδα, υπονοεί ο Καποδίστριας της ταινίας, δεν απέτυχε επειδή δεν διέθετε ανθρώπους, αλλά επειδή δεν είχε ακόμη τη συλλογική θέληση να γίνει κράτος.

Σε αυτό το σημείο η ταινία υπερβαίνει την ιστορική αναπαράσταση και εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Καποδίστριας δεν παρουσιάζεται ως σωτήρας που απλώς προδόθηκε από τους προύχοντες, αλλά ως φορέας μιας πρόωρης συνείδησης. Επιχείρησε να οικοδομήσει ένα κράτος δικαίου πάνω σε μια κοινωνία εθισμένη στην προσωποπαγή εξουσία, στο τοπικό συμφέρον και στην ιδέα της ελευθερίας χωρίς ευθύνη. Η αποτυχία του, έτσι, δεν είναι μόνο ιστορική, είναι υπαρξιακή. Η Ελλάδα, όπως την οραματίστηκε, δεν υπήρχε ακόμη.

Ο Σμαραγδής, πιστός στο ποιητικό και συμβολικό του ύφος, χρησιμοποιεί τη σκηνή αυτή ως γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ο φάκελος μετατρέπεται σε σύμβολο ανολοκλήρωτου σχεδίου, αλλά και διαρκούς πρόσκλησης. Δεν περιέχει απλώς έγγραφα ή ιδέες, εμπεριέχει ένα ερώτημα: «Θέλουμε;». Και το ερώτημα αυτό δεν απευθύνεται μόνο στους χαρακτήρες της ταινίας, αλλά στους θεατές, στους πολίτες κάθε εποχής.

Η στοχαστική δύναμη της ταινίας έγκειται ακριβώς εδώ: δεν εξιδανικεύει τον Καποδίστρια ως άμεμπτο άγιο της πολιτικής, αλλά τον αναδεικνύει ως καθρέφτη των ορίων μας. Εκείνος «θέλησε να φτιάξει την Ελλάδα», αλλά η Ελλάδα δεν θέλησε ακόμη να φτιαχτεί. Έτσι, ο θάνατός του δεν αποτελεί μόνο πολιτική δολοφονία, συνιστά ρήξη ανάμεσα στο όραμα και στην κοινωνική ωριμότητα.

Η τελευταία αυτή παρακαταθήκη, δοσμένη αθόρυβα στον υπασπιστή, μοιάζει με ψίθυρο μέσα στον χρόνο. Δεν καταγγέλλει, δεν εκδικείται, δεν επιβάλλεται. Περιμένει. Και η ταινία, μέσα από αυτή τη σιωπηλή αναμονή, θέτει το πιο ανήσυχο ερώτημα της νεοελληνικής ιστορίας: μήπως ο φάκελος παραμένει ακόμη ανοιχτός, επειδή εκείνοι που «θα θελήσουν» δεν έχουν έρθει ακόμη;






Τα Κάλαντα της Γέφυρας

Διήγημα του Δημήτρη Τσιγάρα

Παραμονή Χριστουγέννων στα Τρίκαλα. Η πόλη είχε φορέσει τον γνώριμο γιορτινό της μανδύα, έναν μανδύα από φώτα, μουσικές και προσδοκίες. Τα λαμπιόνια κρέμονταν πάνω από τους δρόμους σαν εύθραυστες υποσχέσεις, οι βιτρίνες γέμιζαν τα μάτια με αντικείμενα που διεκδικούσαν τον ρόλο της ευτυχίας, κι από τα μεγάφωνα ακουγόταν η ίδια επαναλαμβανόμενη μελωδία, σαν υπενθύμιση πως αυτές οι μέρες οφείλουν να είναι φωτεινές. Βγήκα στην αγορά για τις τελευταίες προμήθειες, περισσότερο από συνήθεια παρά από ανάγκη, ένα ετήσιο τελετουργικό που με έδενε, έστω επιφανειακά, με το συλλογικό σώμα της πόλης.

Ο κόσμος κινούνταν με δύο ρυθμούς. Οι βιαστικοί, φορτωμένοι σακούλες, κυνηγούσαν τον χρόνο με το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι. Οι άλλοι, πιο αργοί, άφηναν τον εαυτό τους να χαθεί μέσα στο πλήθος, κοντοστέκονταν, παρατηρούσαν, άκουγαν. Ένιωθα κι εγώ μετέωρος ανάμεσα στους δύο, χωρίς σαφή προσανατολισμό, σαν να αναζητούσα κάτι που δεν ήξερα ακόμη να ονομάσω.

Μπήκα σε ένα καφέ για να ζεσταθώ. Κάθισα δίπλα στην τζαμαρία, ώστε να βλέπω τον δρόμο σαν σκηνή θεάτρου. Ο καφές αχνίζοντας μπροστά μου, γύρω χαμηλές κουβέντες, γέλια, ο γνώριμος ήχος από φλιτζάνια και κουταλάκια. Η πόρτα άνοιγε συχνά. Παρέες παιδιών Ρομά μπαινόβγαιναν και έλεγαν τα κάλαντα. Οι φωνές τους ήταν κάπως βιαστικές, όχι άτεχνες, μα συνηθισμένες. Τα μάτια τους έψαχναν περισσότερο τα χέρια των θαμώνων παρά τα βλέμματά τους.

Και τότε ένιωσα ενόχληση. Ήρθε αθόρυβα, σαν σκιά. Μου φάνηκε πως αυτό που έβλεπα δεν ήταν παρά μια προσχηματική επαιτεία, ντυμένη με τα ρούχα της παράδοσης. Έπιασα τον εαυτό μου να βρίσκει επιχειρήματα: ότι διακόπτουν, ότι το κάνουν για τα χρήματα, ότι δεν υπάρχει αυθορμητισμός. Δεν αντέδρασα. Απλώς κλείστηκα λίγο περισσότερο μέσα μου, πίσω από το φλιτζάνι και το τζάμι, όπως κλείνεται κανείς για να μη χρειαστεί να αναμετρηθεί με ό,τι τον ενοχλεί.

Όταν τελείωσα τον καφέ, βγήκα ξανά στο κρύο. Ο αέρας καθάρισε το πρόσωπό μου, όχι όμως και τις σκέψεις. Πήρα τον δρόμο προς την κεντρική γέφυρα, σχεδόν ασυναίσθητα. Εκεί, πάνω από το ποτάμι, η πόλη πάντα έμοιαζε διαφορετική: λιγότερο στολισμένη, πιο αληθινή.

Στην άκρη της γέφυρας καθόταν μια γριά ζητιάνα. Τυλιγμένη σε φθαρμένα ρούχα, ακίνητη, σαν να είχε γίνει ένα με το τοπίο. Μπροστά της ένα πιατάκι σχεδόν άδειο. Το πρόσωπό της αυλακωμένο από τον χρόνο, από τον χειμώνα, από τη ζωή. Την προσπέρναγαν πολλοί χωρίς να τη δουν πραγματικά.

Και τότε εμφανίστηκαν τα παιδιά. Τέσσερα παιδιά Ρομά πλησίασαν. Στάθηκαν μπροστά της χωρίς αμηχανία. Δεν ζήτησαν τίποτα. Έσκυψαν και άρχισαν να ρίχνουν στο πιατάκι της κέρματα, ένα-ένα, από αυτά που λίγο πριν είχαν μαζέψει λέγοντας τα κάλαντα. Ο ήχος των κερμάτων, καθαρός και λιτός, αντήχησε μέσα μου περισσότερο από κάθε γιορτινή μουσική.

Τα παιδιά αντάλλαξαν μια ματιά, κάτι σαν σιωπηρή συμφωνία, και έφυγαν γελώντας χαμηλόφωνα. Η γριά σήκωσε για λίγο το βλέμμα της, όχι με έκπληξη, αλλά με μια ήρεμη αποδοχή, σαν να είχε μόλις επιβεβαιωθεί κάτι αυτονόητο.

Έμεινα ακίνητος. Η εικόνα αυτή διέλυσε τις βεβαιότητές μου. Εκείνα τα παιδιά δεν μοίραζαν το περίσσευμά τους, δεν είχαν περίσσευμα, αλλά αυτό που μόλις είχαν αποκτήσει. Κι εκεί, πάνω στη γέφυρα, ένιωσα να ξεδιπλώνεται μπροστά μου μια βαθύτερη αλήθεια: πως η αγάπη, ο έρωτας για τον άνθρωπο, δεν γεννιέται από την αφθονία, αλλά από τη συνάντηση της πενίας με τον πόρο. Από τη στέρηση που δεν κλείνεται στον εαυτό της, αλλά μετατρέπεται σε άνοιγμα.

Θυμήθηκα, χωρίς να ξέρω γιατί, τη φράση πως ο έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας. Πως γεννιέται ανάμεσα στην έλλειψη και τη δυνατότητα, στη στέρηση και την πλησμονή. Εκείνα τα παιδιά, μέσα στην υλική τους φτώχεια, βίωναν μια ουράνια πλησμονή. Και η πράξη τους, τόσο απλή, είχε κάτι το θεοτικό: μια Θεία στέρηση που δεν ακυρώνει τη ζωή, αλλά τη δικαιώνει.

Ένιωσα ντροπή. Όχι βαριά, αλλά καθαρτική. Κατάλαβα πόσο εύκολα κρίνουμε από απόσταση, πίσω από τζαμαρίες και κοινωνικές βεβαιότητες. Πόσο συχνά συγχέουμε την ανάγκη με την ανηθικότητα, την επιβίωση με την προσχηματικότητα. Ίσως τα κάλαντα να ήταν πράγματι ένας τρόπος επιβίωσης. Μα αυτό δεν ακύρωνε την αλήθεια της αγάπης, αντίθετα, την έκανε πιο φωτεινή.

Στάθηκα λίγο ακόμη στη γέφυρα. Το ποτάμι κυλούσε αδιάφορο, όπως πάντα, κουβαλώντας μαζί του εικόνες και σκέψεις. Σκέφτηκα πως τα Χριστούγεννα δεν βρίσκονται στα στολισμένα δέντρα ούτε στα γεμάτα τραπέζια, αλλά σε αυτές τις σιωπηλές πράξεις όπου η έλλειψη μετατρέπεται σε προσφορά. Εκεί όπου η πενία συναντά τον πόρο και γεννά κάτι που μοιάζει με έρωτα για τον κόσμο.

Έφυγα από τη γέφυρα διαφορετικός. Όχι καλύτερος, όχι σοφότερος, μα πιο ανοιχτός. Και μέσα μου έμεινε εκείνη η εικόνα -σαν κάλαντο που δεν λέγεται με λόγια, αλλά ψιθυρίζεται από πράξεις- πάνω σε μια γέφυρα, παραμονή Χριστουγέννων.




Θεσμικός Εκσυγχρονισμός Ασφαλιστικών Ταμείων στην Ψηφιακή Οικονομία 

  Άρθρο του Δημήτρη Τσιγάρα



Η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας και, ιδίως, της Τεχνητής Νοημοσύνης μεταβάλλει ριζικά τις παραγωγικές και κοινωνικές δομές. Στον ορίζοντα διαγράφεται ένα παράδοξο: το συνολικό κέρδος των οικονομιών αναμένεται να αυξάνεται, ενώ η ανάγκη για ανθρώπινη εργασία θα μειώνεται. Η αυτοματοποίηση διαδικασιών, η ρομποτική και τα συστήματα μηχανικής μάθησης ήδη αντικαθιστούν όλο και περισσότερες μορφές ανθρώπινου κόπου, όχι μόνο χειρωνακτικές αλλά και γνωστικές. Η τάση αυτή δεν είναι πρόσκαιρη, αποτελεί προάγγελο μιας νέας οικονομικής εποχής, όπου η παραγωγικότητα αποσυνδέεται σταδιακά από την ανθρώπινη εργασία.

Μπροστά σε αυτήν την ιστορική μετάβαση, τα κράτη καλούνται να επανεξετάσουν θεμελιώδεις αρχές του κοινωνικού τους συμβολαίου. Το παραδοσιακό μοντέλο, όπου η εργασία αποτελεί τη βασική πηγή εισοδήματος, κοινωνικής ένταξης και χρηματοδότησης των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, τρίζει. Όσο η αξία παράγεται ολοένα και περισσότερο από μηχανές, αλγορίθμους και αυτόνομα συστήματα, ο αριθμός των εργαζομένων που θα μπορούν να στηρίζουν με τις εισφορές τους τα ασφαλιστικά ταμεία θα μειώνεται. Αν η χρηματοδότηση των ταμείων παραμείνει δεμένη αποκλειστικά με την εργασία, τότε η κοινωνική συνοχή κινδυνεύει.

Γι’ αυτό και γεννιέται η ανάγκη για μια βαθιά μεταρρύθμιση. Να μετατοπιστεί η βάση της κοινωνικής ασφάλισης από την εργασία στο κέρδος. Με άλλα λόγια, οι οικονομικές απολαβές που προκύπτουν από την τεχνολογική πρόοδο, και που συχνά συσσωρεύονται σε μεγάλες επιχειρήσεις με υψηλά περιθώρια κέρδους, οφείλουν να επιστρέφουν στην κοινωνία με έναν πιο άμεσο και δίκαιο τρόπο. Αντί οι εισφορές να βαρύνουν κατεξοχήν τον εργαζόμενο και τον εργοδότη ως προς τον μισθό, θα πρέπει να προκύπτουν από τα πραγματικά κέρδη που παράγει το σύστημα παραγωγής συνολικά.

Μια τέτοια μετατόπιση δεν αποτελεί απλώς διορθωτικό μέτρο αλλά νέα θεμελίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν εργάζεται, δεν συνταξιοδοτείται και δεν έχει κοινωνικές ανάγκες, όμως παράγει αξία. Αν αυτή η αξία παραμένει ανεξέλεγκτα ιδιωτική, τότε ο κοινωνικός ιστός θα αποδυναμωθεί, ενώ η ανισότητα θα ενταθεί. Αντίθετα, αν η τεχνολογική πρόοδος ληφθεί ως κοινό αγαθό, ως αποτέλεσμα της συσσωρευμένης ανθρώπινης γνώσης και των δημόσιων επενδύσεων σε έρευνα και εκπαίδευση, τότε είναι λογικό το παραγόμενο κέρδος να ενισχύει τους θεσμούς κοινωνικής ασφάλισης που προστατεύουν όλους τους πολίτες.

Επιπλέον, ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα. Σε μια εποχή όπου η επαγγελματική αβεβαιότητα αυξάνεται και η εργασία κατακερματίζεται, η κοινωνική ασφάλιση που βασίζεται στο κέρδος και όχι στον μισθό επιτρέπει ευελιξία, αμεσότερη πρόσβαση σε παροχές και μειώνει τις ανισότητες ανάμεσα σε εργαζόμενους και ανέργους. Παράλληλα, δίνει στα κράτη τη δυνατότητα να σχεδιάσουν νέα κοινωνικά προγράμματα, όπως εισόδημα βασικής διαβίωσης, εκπαίδευση επανακατάρτισης ή υποστήριξη δημιουργικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων που δεν ανταμείβονται επαρκώς από την αγορά.

Συνεπώς, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς τεχνολογική επανάσταση, είναι κοινωνική πρόκληση. Η πρόκληση αυτή απαιτεί θεσμική φαντασία και πολιτική βούληση. Όσο η εργασία παύει να είναι ο κεντρικός μοχλός της παραγωγικής διαδικασίας, τόσο περισσότερο το κοινωνικό κράτος οφείλει να στηρίζεται σε νέες πηγές χρηματοδότησης που αντικατοπτρίζουν την πραγματική παραγωγή πλούτου. Η μετάβαση από ασφαλιστικά ταμεία που βασίζονται στην εργασία σε ταμεία που βασίζονται στο κέρδος δεν είναι μια ουτοπική ιδέα, είναι μια αναγκαιότητα που προκύπτει από τη λογική της ίδιας της τεχνολογικής εξέλιξης.

Σε τελική ανάλυση, ο στόχος δεν είναι να προστατευτεί απλώς ο εργαζόμενος, αλλά να προστατευτεί η κοινωνία στο σύνολό της. Η τεχνολογία πρέπει να λειτουργεί ως μοχλός προόδου και όχι ως παράγοντας αποκλεισμού. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν το κράτος και οι θεσμοί του επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτούν την αξία και διαχειρίζονται το κέρδος προς όφελος όλων. Με αυτόν τον τρόπο, το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν θα είναι απλώς περισσότερο αποδοτικό, αλλά και δίκαιο.


Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Το μικρό κουτί που άλλαξε τη ζωή μου

 

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που δεν έρχονται με θόρυβο, δεν φανερώνουν από πριν το βάρος τους ούτε προαναγγέλλουν το σχήμα που θα πάρουν μέσα μας. Έρχονται αθόρυβα, τυλιγμένες σε μια καθημερινή μέρα, κι όμως, όταν φανερώσουν το πρόσωπό τους, αλλάζουν τον χρόνο ολόκληρο.

Ήταν Μάρτιος του 2022 όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Η φωνή της Γεωργίας, γνώριμη και πρόσχαρη, είχε κάτι ανεπαίσθητο, μια μικρή ρωγμή συγκίνησης που δεν μπορούσα ακόμη να ερμηνεύσω. «Μπαμπά, έλα λίγο κάτω… σε θέλουμε». Σ’ εκείνα τα λίγα λόγια κρύφτηκε μια πρώτη ανησυχία. Ένας πατέρας το ξέρει, η καρδιά του τεντώνεται σαν χορδή ακόμη κι όταν δεν υπάρχει λόγος. Κι όμως κατέβηκα με την περιέργεια και τον φόβο να παλεύουν μέσα μου σαν δυο αντίρροπες φωνές.

Στην είσοδο του σπιτιού στεκόταν η κόρη μου με τον Θανάση. Το χαμόγελό τους είχε μια ζεστασιά που έμοιαζε να ζητάει υπομονή. «Κάποιος μας έδωσε αυτό το κουτάκι για σένα», μου είπε εκείνη, και μου το πρόσφερε σαν κάτι ιερό. Ήταν περιτυλιγμένο απλά, κι όμως μέσα μου ένιωθα πως κρατούσα κάτι ανεκτίμητο προτού καν το ανοίξω.

Τα χέρια μου έτρεμαν ελαφρά. Με μια αγωνία που θύμιζε παιδική λαχτάρα και ταυτόχρονα την ωριμότητα μιας ζωής ολόκληρης, έλυσα το περιτύλιγμα. Κι εκεί, μέσα στο μικρό κουτί, βρισκόταν μια πιπίλα μωρού κι ένα χαρτάκι που έγραφε: «Παππού, έρχομαι!».

Τα χρόνια μου, οι εμπειρίες μου, οι χαρές και οι δυσκολίες μου βρέθηκαν εκείνη τη στιγμή να συνοψίζονται σε δυο λέξεις γραμμένες στο πιο τρυφερό μέλλον. Ένιωσα τη ζωή να κάνει έναν κύκλο, να γυρίζει με μια απαλότητα που μόνο η συνέχεια του αίματος μπορεί να προσφέρει. Ρώτησα, σχεδόν ψιθυριστά, «Είσαι έγκυος;» Κι όταν άκουσα το «Ναι», η αγκαλιά μας έγινε ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον στάθηκαν δίπλα-δίπλα για λίγες αθόρυβες, ανεπανάληπτες στιγμές.

Κι ύστερα, εννέα μήνες μετά, γνώρισα τον μικρό αποστολέα του μυστηριώδους κουτιού. Η Εύα. Ένα μωρό που δεν είχε ακόμη προλάβει να μιλήσει, κι όμως είχε ήδη πει τα σημαντικότερα. Με τα μάτια της, με την ανάσα της, με εκείνη τη γλυκιά βαρύτητα που φέρνει ένα νέο πλάσμα στον κόσμο.

Από τότε συχνά σκέφτομαι πως η ζωή μάς μιλάει με τρόπους που δεν τους υποψιαζόμαστε. Μερικές φορές, μέσα σε ένα μικρό κουτί, χωράει ολόκληρη μια νέα εποχή.

Σήμερα, η Εύα γίνεται τριών ετών.
Τριών χρόνων γέλιου, τρυφερότητας, παιδικού θαύματος.
Τριών χρόνων που με διδάσκουν κάθε μέρα πόσο όμορφο είναι να βλέπεις τον κόσμο ξανά από την αρχή, μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού.

Χρόνια πολλά, Εύα μου.
Σε ευχαριστώ που ήρθες στη ζωή μου και μου χάρισες ξανά έναν τόπο να σταθώ, τον τόπο του παππού. Κι αυτός ο τόπος είναι από εκείνους που, όταν τους αποκτήσεις, δεν σε αφήνουν ποτέ ίδιο.